Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιβενεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κιβενεύκουμαι Προφορά: κιβενεύκουμαι
  1. βασίζομαι, υπολογίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    εσύ σ'είναν εκιβενεύτες κ'εποίκες ατόσα χωράφια

  2. εμπιστεύομαι Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια