Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ατσουχτάν [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: ατσ̌ουχτάν Προφορά: ατσουχτάν
  1. φανερά, ανοιχτά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τούρκικη

    Παράδειγμα:
    Ατσ̌ουχτάν είπε με 'κι θέλω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια