Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κεμεντζέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κεμεντζ̌έ Προφορά: κεμεντζέ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    η ποντιακή λύρα

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    η ποντιακή λύρα

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kemence

  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μουσικό όργανο του Πόντου και της Κρήτης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική kemendje

    Παράδειγμα:
    Η κεμεντζ̌έ μ’ κοκκύμελον και το τοξάρ’ ελαία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια