Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πώμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πώμαν Προφορά: πώμαν
  1. η τάπα του μπουκαλιού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. κάλυμμα, καπάκι σκέπασμα δοχείου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη πώμα= επίθεμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια