Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρλωτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γουρλωτός Προφορά: γουρλωτός
  1. γουρλωμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

    Παράδειγμα:
    Τα ποδάρα̤ 'τ'ς ζαρωτά και τ’ ομμάτα̤ 'τ'ς γουρλωτά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια