Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στομόχειλα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στομόχͮειλα Προφορά: στομόσειλα
  1. τα χείλη του στόματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Με τη σ̌ινέαν εκοκκίνιζεν τα στομόχͮειλα τ’ς.
    2) Αν έδακναν σο μίαν τ’ Ακρίτα τα στομόχͮειλα.

  2. στόμα και χείλη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια