Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στόλος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στόλος Προφορά: στόλος
  1. το σύνολο της περιβολής μαζί με τα κοσμήματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό στόλος = εξάρτυση στόλου

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Παραδείγματα:
    1) Γουρπάν ευτάγ’ ατο σ’ αγουρίων το στόλος.
    2) Κι όλον απάν’ εφόρεσεν του κυρ' ήλιε τον στόλον.

  2. το σύνολο της περιβολής μαζί με τα κοσμήματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη στόλος=εξάρτυση στόλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια