Προέλευση: από το αρχαίο ελληνικό ρήμα στερεῶ = κάνω κάτι στερεό
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Ντο δι’ς με πρωτομάστορα, στερώνω το γεφύρι σ’. (Ποιητικό στερεώνω) 2) Εστερίεσαν το αίμαν. (σταματάω)
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.