Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στέκω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στέκω Προφορά: στέκω
  1. στέκομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    το μεσαιωνικό στέκω το οποίο από το μεταγ. στήκω και από το ἕστηκα.
    παρακείμενος του αρχαίου ρήματος ἵστημι

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Είπεν κ’ εστάθεν.
    2) Έρχουμαι και στέκω. (είμαι έτοιμος να έρθω)
    3) Έχω και στέκω. (τα έχω συνεχώς μαζί του)
    4) Λέω και στέκω. (λέω με επιμονή)

  2. στέκω, σταματάω, κείμαι, είμαι, υφίσταμαι εξακολουθώ να, παραμένω στη ζωή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια