Προέλευση:
το μεσαιωνικό στέκω το οποίο από το μεταγ. στήκω και από το ἕστηκα.
παρακείμενος του αρχαίου ρήματος ἵστημι
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Είπεν κ’ εστάθεν.
2) Έρχουμαι και στέκω. (είμαι έτοιμος να έρθω)
3) Έχω και στέκω. (τα έχω συνεχώς μαζί του)
4) Λέω και στέκω. (λέω με επιμονή)