Ερμηνείες: 1) απότριμμα κουρκουτιού 2) λόγος ανόητος
Προέλευση: λέξη ξένη
Παράδειγμα: Η λαπά όλεν γουρδουγκέλα̤ έτον. (απότριμμα κουρκουτιού)
Ενικός: γουρδουγκέλιν / γουρδουγκέλ' Πληθυντικός: γουρδουγκέλα̤