Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
απεντροπίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: απεντροπίζω
Προφορά: απεντροπίζω
παύω να ντρέπομαι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
1) αποβάλλω την ντροπή 2) παίρνω θάρρος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Αντώνυμα
εντρέπουμαι
Ιδιωματική Εκδοχή
απεντροπιάζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια