Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kuraklık
Παράδειγμα: Τρανόν γουράχ’ εποίκεν οφέτος.
Παράγωγο: γουραλούχ' (ξηρασία)
Ενικός: γουράχιν / γουράχ' Πληθυντικός: γουράχια / γουράχα / γουράγα