Ερμηνεία: με πεινασμένο μάτι
Προέλευση: τούρκικη
Αρσενικό: Ενικός: ατσ̌κιοζλής Πληθυντικός: ατσ̌κιοζλήδες
Θηλυκό: Ενικός: ατσ̌κιοζλήσα Πληθυντικός: ατσ̌κιοζλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: ατσ̌κιοζλίν Πληθυντικός: ατσ̌κιοζλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.