Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αλάτ Προφορά: αλάτ
  1. είδος πεύκου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. έλατο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ αλάτα̤ δά̤κρα̤ έπανε κι εγένταν κυπαρέσσα̤.

  3. έλατο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια