Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άλας (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άλας Προφορά: άλας
  1. αλάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αλάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ἅλας

    Παραδείγματα:
    1) Πολλά άλας μη βάλτς σό φαΐν.
    2) Δίγω άλας τα σ̌κυλία. (χασομερώ άνεργος)
    3) Το ψωμίν ατ’ άλας ’κ’ έχͮ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια