Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ακουσκεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ακουσ̌κεύκουμαι Προφορά: ακουσκεύκουμαι
  1. γίνομαι γνωστός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ακούομαι, διαδίδομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Να μη ακουσ̌κεύκεται πως ση Κρώμ’ εχάθεν ξένον χαϊβάν’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια