παθ. γλουπίουμαι
Προέλευση:
από το αττικό εκλεπίζω παρεφραμένον
< ... εις τις θέλει ωά όκκως εκλεπήσεται- Ιπποκράτους « περί φύσεως παιδίου 246>
Χρόνοι:
παρατατικός:
εγλούπιζα
μέλλοντας θα γλουπίζω
αόριστος εγλούπ'σα
Προστακτική:
γλούπ'σον!
Παράδειγμα:
« Γλούπ'σον και φέρον τρία ωβά!»