Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γούρ' Προφορά: γούρ
  1. σταχτί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εφάνθεν είνας ατλής, απάν’ σ’ έναν γούρ’ άλογον. (σταχτί)
    2) Ασού εκάτσες σο γιάνι μ’ έρθε με γούρ’. (καλός οιωνός, ευμένεια της τύχης)

    Προέλευση:
    τουρκική, λατινική

    Χρήση από:
    Α. Αναστασιάδη

    Επίθετο:
    γουρλής (αυτός που έχει ευμένεια της τύχης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια