γιοσμαλούκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: γιοσμαλούκ'
Προφορά: γιοσμαλούκ
-
λεβεντιά, παλικαριά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αυταρέσκεια, κομψότητα
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη