Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο άκληρος
Παράδειγμα: Αλί εμέν’ τον άκλερον, εγώ θε ν’ αποθάνω.
ο άκλερος, η ακλερέσα, το άκλερον
Αρσενικό: Ενικός: άκλερος Πληθυντικός: άκλεροι
Θηλυκό: Ενικός: άκλερος Πληθυντικός: άκλεροι
Ουδέτερο: Ενικός: άκλερον Πληθυντικός: άκλερα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός. Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.