Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ακαμάτιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ακαμάτιστος Προφορά: ακαμάτιστος
  1. αυτός που δεν μπήκε σε δουλειά, που δεν αγγαρεύτηκε Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αδούλευτος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Επίθετο:
    διγενές - τρικατάληκτο

Παρατηρήσεις - Σχόλια