Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ακαμάτιστος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: ακαμάτιστος
Προφορά: ακαμάτιστος
αυτός που δεν μπήκε σε δουλειά, που δεν αγγαρεύτηκε
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
αδούλευτος
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
Επίθετο:
διγενές - τρικατάληκτο
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
ακαμάτς (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια