Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κουτνίν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουτνίν
Προφορά: κουτνίν
1) μεταξωτό ύφασμα 2) ύφασμα βαμβακομέταξο ριγωτό εύχρηστο σε γυναικεία φορέματα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σαντάς, Τερέταμ Σεβάστειας
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
γουντίν (το)
γουτνίν (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: κουτνίν
Πληθυντικός: κουτνία
Παρατηρήσεις - Σχόλια