Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

απαλάμια (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απαλάμα̤ Προφορά: απαλάμεα
  1. η παλάμη του χεριού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. παλάμη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Με την απαλάμα̤ν ατ’ επέρεν άψουμον.
    2) Λείχͮ την απαλάμα̤ν ατ’. (πεινά, δεν έχει να φάει)

Παρατηρήσεις - Σχόλια