Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

απάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απάλ' Προφορά: απάλ
  1. απαλό τυρί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια