Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουνάπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γουνάπ' Προφορά: γουνάπ
  1. σπάγγος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα;
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Έδεσεν έναν μακρύν γουνάπ’ σο κοσ̌κίν’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια