αξιναρέα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αξιναρέα
Προφορά: αξιναρέα
-
τσεκουριά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
χτύπημα με το τσεκούρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
τσεκουριά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)