Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αξινάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αξινάρ' Προφορά: αξινάρ
  1. τσεκούρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. τσεκούρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    αξινάρ(ι)

  3. τσεκούρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Υποκοριστικό:
    αξιναρόπον (το)

  4. τσεκουράκι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό αξίνη
    < ο δ' ασπίδας είλετο καλήν αξίνην εύχαλκον αλαίνω αμφί πελέκκω- εκείνος επήρε απ' την ασπίδα του το έμορφο τσεκούρι του, χάλκινο με πελεκητό στυλιάρι- Ιλιάδος Ν 612 Πτώσεις: ονομαστική το αξινάρ' γενική τοι αξιναρί' αιτιατική το αξινάρ'

Παρατηρήσεις - Σχόλια