αξινάρ(ι)
Υποκοριστικό:
αξιναρόπον (το)
Προέλευση:
από το ιωνικό αξίνη
< ο δ' ασπίδας είλετο καλήν αξίνην εύχαλκον αλαίνω αμφί πελέκκω- εκείνος επήρε απ' την ασπίδα του το έμορφο τσεκούρι του, χάλκινο με πελεκητό στυλιάρι- Ιλιάδος Ν 612
Πτώσεις:
ονομαστική το αξινάρ'
γενική τοι αξιναρί'
αιτιατική το αξινάρ'