Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αντριότα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αντριότα̤ , 2. αντριότα Προφορά: 1. αντριότεα , 2. αντριότα
  1. παλικαριά αντρική συμπεριφορά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια