γούμενος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. γούμενος , 2. 'γούμενος
Προφορά: γούμενος
-
ηγούμενος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ο Ηγούμενος μονής
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη