Παράδειγμα: Ολόκοπον σ̌ιρβάν εμαείρεψα.
Αρσενικό: Ενικός: ολόκοπος Πληθυντικός: ολόκοποι
Θηλυκό: Ενικός: ολόκοπος Πληθυντικός: ολόκοποι
Ουδέτερο: Ενικός: ολόκοπον Πληθυντικός: ολόκοπα
Επίρρημα: ολόκοπα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.