Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αδάριστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αδά̤ριστος Προφορά: αδεάριστος
  1. ο μη διανεμηθείς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια