Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουμενείον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γουμενείον , 2. 'γουμενείον Προφορά: γουμενείον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το γραφείο του ηγούμενου μοναστηριού

    Παράδειγμα:
    Το γουμενείον ετσ̌όκεψεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια