Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Με το κιρά̤τσ̌' ταράζ’νε και γούμ’.
Υποκοριστικό: γουμόπον
Παράγωγο: γουμά̤ρ' (που έχει πολλή άμμο)
Ενικός: γούμιν / γούμ' Πληθυντικός: γούμα̤