Προέλευση: από το αρχαίο άνοικος
Ενεστώτας: ανοικώνω Παρατατικός: ανοίκωνα, ενοίκωνα Μέλλοντας: θα ανοικώνω Αόριστος: ανοίκωσα, ενοίκωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.