Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανοικώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ανοικώνω Προφορά: ανοικώνω
  1. καταστρέφω, ερημώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ερημώνω καταστρέφω σπίτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο άνοικος

Παρατηρήσεις - Σχόλια