αγροτερίδ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγροτερίδ , 2. αγρο̤τερίδ
Προφορά: 1. αγροτερίδ , 2. αγρεοτερίδ
-
μέρος που αγριεύεται κανείς μόνος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
σκιάχτρο
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου