ανεφόμαλα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ανεφόμαλα
Προφορά: ανεφόμαλα
-
ανηφορικά και ομαλά μέρη εναλλασσόμενα μεταξύ τους
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ανηφορικά και ομαλά μέρη εναλλάξ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης