Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγρολεφτόκαρον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγρολεφτόκαρον , 2. αγρο̤λεφτόκαρον Προφορά: 1. αγρολεφτόκαρον , 2. αγρεολεφτόκαρον
  1. άγριο φουντούκι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια