Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανημέρευτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανημέρευτος Προφορά: ανημέρευτος
  1. 1) αυτός που δεν εξημερώθηκε 2) ο πολύ κακός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια