Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανέργιος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανέργιος Προφορά: ανέργιος
  1. καινούργιος, άπειρος σκληρός, απάτητος, Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια