Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ατσίρα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ατσίρα̤ Προφορά: ατσίρεα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φρούτα που ξηραίνονταν και χρησιμοποιούνταν για παρασκευή κομπόστας (μηλότσιρα, απιδότσιρα, απο ροδάκινα γαράμσ̌ια, κοκκύμελα, βερίκοκα, δαμάσκηνα)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

Παρατηρήσεις - Σχόλια