Ερμηνεία: που δεν έχει αλεστεί ( για σιτάρι)
Ουδέτερο: Ενικός: ανάλεστον Πληθυντικός: ανάλεστα
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, όπως δίνεται το λήμμα, λόγω σημασιολογίας.