Ερμηνεία: 1) αυτός που δεν αλατίστηκε 2) -για πρόσωπα- άχαρος
Αρσενικό: Ενικός: ανάλατος Πληθυντικός: ανάλατοι
Θηλυκό: Ενικός: ανάλατος, ανάλατέσα Πληθυντικός: ανάλατοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανάλατον Πληθυντικός: ανάλατα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.