Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ανομμάτιαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανομμάτα̤στος Προφορά: ανομμάτεαστος
  1. αβάσκαντος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια