Προέλευση: από τα συνθετικά γούλα και πόνος
Παράδειγμα: Σον γουλόπονον γαβούρεψον φουτσάνια (πίτυρα) και ζεστά ζεστά θέκον ατα σην γούλαν ατ’.
Ενικός: γουλόπονος
Σχόλιο: Εύχρηστο στον Ενικό, λόγω σημασιολογίας.