Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανεβασία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανεβασία Προφορά: ανεβασία
  1. άνοδος, ανάβαση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια