Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανέρ Προφορά: ανέρ
  1. καινούργιο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια