Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανέντροπος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανέντροπος Προφορά: ανέντροπος
  1. ξεδιάντροπος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αναιδής, αναίσχυντος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια