1) φόρεμα του μαξιλαριού (Ιδίωμα: Κρώμνης) 2) θήκη μαχαιριού, όπλου, εργαλείου (Ιδίωμα: Τραπεζούντος)Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παραδείγματα:
1) Τα κουλίφα̤ τη μαξιλαρί’ άσπρα άμον χͮο̤ν’. (φόρεμα του μαξιλαριού)
2) Έβγαλα το ρεβόλ’ ασό κουλίφ’ν αθε κι έσυρα. (θήκη μαχαιριού, όπλου, εργαλείου)