Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ανασκαφτέρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ανασκαφτέρ
Προφορά: ανασκαφτέρ
πρόσωπο που μετά θάνατον έγινε αντικείμενο βρισιάς
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ανασκαφτέριν/ ανασκαφτέρ'
Πληθυντικός: ανασκαφτέρα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια