Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αναρρίφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αναρρίφτω Προφορά: αναρίφτω
  1. 1) ρίχνω κάτι προς τα πάνω 2) αποβάλλω το έμβρυο (για γυναίκα ή ζώο) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια